When I was about eight, I started getting strange mail addressed to both me and my mother. These were usually notes written on pamphlets and other sorts of mail that required no postage. The messages were confusing, but generally seemed to be written by a man named Timothy McSweeney, who thought he was related to my mother, and who was hoping to visit soon. Sometimes Timothy would include train schedules and other plans. Sometimes they included drawings and diagrams. Usually the letters had a sense of urgency, as if after many years of searching for his relatives, he had found my mother and I, and wanted to reconnect as soon as possible.
Την έφτιαξε ο Ντέιβ Έγκερς και ο McSweeney’s, ο εκδοτικός του οίκος, και αποτελεί μια μελέτη του πώς θα ήταν οι εφημερίδες αν οι πιο ταλαντούχοι συγγραφείς, designers και illustrators μαζεύονταν και έφτιαχναν μία. Θα είναι ένα φύλλο μεγάλου μεγέθους, με ένθετα, πολύχρωμες φωτογραφίες και απίθανες υπογραφές, και θα ονομάζεται San Francisco Panorama. Αν και μοιάζει θαυμάσιο και θα είναι σίγουρα πανέμορφο, δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση βιώσιμο στην εποχή μας. Μόνο ως one-off δείγμα έχει λόγο ύπαρξης.
Το Where The Wild Things Are είναι ένα θρυλικό παιδικό παραμύθι που τώρα θα γίνει και ταινία από τον Σπάικ Τζόνζ, και θα βγει και σε μυθιστορηματική μορφή από none other than Ντέιβ Έγκερς. Το βιβλίο αυτό θα βγει σε δυο εκδόσεις: Μια κανονική, και μια σπέσιαλ, το εξώφυλλο της οποίας θα είναι επενδυμένο με γούνα:
Η ταινία θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο -το σενάριο έχει συνυπογράψει ο Έγκερς.
Ο οποίος πολυάσχολος Έγκερς έχει γράψει το σενάριο και μιας άλλης ταινίας που κυκλοφορεί ήδη, και λέγεται Away We Go. Η οποία έχει πάρει κάκιστες κριτικές. Τρέιλερ:
Ο Ντέιβ Έγκερς είναι ένας συγγραφέας που θαυμάζω, αν και όχι με την προ-τριετίας θέρμη. Το καινούριο του βιβλίο βγαίνει το επόμενο μήνα (μπορείς να το προπαραγγείλεις) και, όπως και το προηγούμενο, είναι non-fiction. Αυτή τη φορά λέει την ιστορία μιας οικογένειας Αμερικανών μουσουλμάνων που ζούσαν στη Νέα Ορλεάνη όταν χτύπησε ο τυφώνας Κατρίνα. Διάβασε μια συνέντευξή του για το βιβλίο εδώ.
Back in 2005, right after Hurricane Katrina, a group came together in New Orleans and elsewhere, and they interviewed New Orleanians about their experiences before, during and after the storm. The book became Voices from the Storm, edited by Chris Ying and Lola Vollen, and one of the narrators in that book was Abdulrahman Zeitoun.
Right after the book came out, I was in New Orleans to visit the New Orleans Center for the Creative Arts—this incredible high school for the arts—and while I was in town I met up with Abdulrahman and his wife Kathy. We started talking, and pretty soon it was clear that there was a lot more to his story than we’d been able to cover in Voices from the Storm.
Την έδωσε με email, άρα γραπτά, άρα είναι σαν να διαβάζεις ένα βιβλίο του. Στη συγκεκριμένη συνέντευξη ο Έγκερς μιλάει κυρίως για το ίδρυμα που προέκυψε από τη συνεργασία του με το νεαρό Σουδανό Βαλεντίνο Τσενγκ, του οποίου τη βιογραφία έγραψε στο «What is the What«. Το ίδρυμα εκπαιδεύει εκπατρισμένους Σουδανούς.
The person who says «Enough innovation, let’s stick with what we have and never change» is pretty much the sworn enemy of all art.
Ήθελα εδώ και καιρό να ψωνίσω το McSweeney’s Quarterly Concern, το τετραμηνιαίο «περιοδικό» του πολυπράγμονα Ντέιβ Έγκερς, η πρόσφατη πτώση της λίρας διευκόλυνε την κατάσταση και επιτέλους το πήρα. Το «περιοδικό» το γράφω σε εισαγωγικά γιατί πρόκειται για μια εντελώς αλλόκοτη και πειραματική έκδοση. Πρόκειται στην ουσία για λογοτεχνικό έντυπο, με διηγήματα γνωστών και άγνωστων συγγραφέων, κάθε τεύχος της οποίας είναι εντελώς διαφορετικό από το προηγούμενο. Αυτό που πήρα, για παράδειγμα, το τεύχος 28, αποτελείται από ένα «κουτί» τυλιγμένο με διάφανη ζελατίνα. Μέσα στο κουτί υπάρχουν οκτώ βιβλιαράκια με σκληρό εξώφυλλο:
Κάθε βιβλιαράκι έχει κι ένα μικρό παραμύθι γραμμένο από ένα γνωστό συγγραφέα (αυτό είναι το θέμα του τεύχους, οι μύθοι και τα παραμύθια) με σκιτσάκια.
Στο πίσω μέρος κάθε βιβλιαράκι έχει μια εικόνα, μέρος ενός ζωγραφικού πίνακα. Τοποθετημένα δίπλα-δίπλα στο κουτί ανά τέσσερα, τα οπισθόφυλλα δημιουργούν δύο πίνακες:
Το όλο μοιάζει περισσότερο με έργο τέχνης παρά με περιοδικό ή τυπική έκδοση. Διαβάζεται μέσα σε λίγα λεπτά (τα παραμυθάκια είναι πολύ μικρά), αλλά είναι κάτι που θέλεις να το δείχνεις, όχι να το πάρεις μαζί σου στο κρεβάτι. Είναι σαν κάποιοι τρελά δημιουργικοί τύποι να κάθισαν γύρω από ένα τραπέζι και να σκέφτηκαν: «Τι περίεργο μπορούμε να κάνουμε με την εκτυπωτική τεχνολογία;» Και μετά να το έκαναν.
Σε ένα θαυμάσιο κείμενο εξηγεί πως η όλη κουβέντα είναι έκφραση της ενστικτώδους ψευδαίσθησης από την οποία πάσχουμε όλοι: Το να νομίζουμε πως παλιά όλα ήταν καλύτερα.
It’s like a tic. Or a reflex. (Are tics and reflexes significantly different?) The point is, it’s an automatic response, in virtually all humans, to think that things are getting worse. Medieval peasants lamented how good the Cro-Magnons had it; people in the Renaissance looked back on the Dark Ages with great fondness. This is a harmless enough reflex–lazy and uncritical, sure, but usually harmless enough.
But when it concerns how we see young people, and how we perceive the landscape of learning and literacy, this kind of doomsaying is a goddamned dangerous kind of intellectual sloth. When we assume, as most adults do, that kids are less literate, less interested in books, than ever before, it involves a willful kind of ignorance, and it imperils how we educate young people. Few if any of these dire assumptions–that no one under 18 reads, that all books will be obsolete by 2020–are borne out by any proof whatsoever.
Το κείμενο είναι από το καινούριο αμερικάνικο Esquire, αυτό με το εξώφυλλο που αναβοσβήνει. Το βιβλίο του Ντέιβ Έγκερς που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσεις είναι αυτό.