Συναντήσαμε τη Βικτόρια Χίσλοπ μετά το ραντεβού με το σκηνοθέτη και τον παραγωγό του τηλεοπτικού Νησιού. Είχε μόλις γυρίσει τη μισή Ελλάδα κάνοντας παρουσιάσεις του τελευταίου της βιβλίου, Η Ανατολή, που διαδραματίζεται στην Αμμόχωστο της δεκαετίας του ’70 και θα παρουσιαστεί και στην Αθήνα από τα Public, αύριο 25/11, στο Gazarte.
«Συζητούσαμε για το Νησί, που πιθανότατα θα προβληθεί σύντομα και στη βρετανική τηλεόραση», μου είπε.
Ωραία, αλλά γιατί τώρα, μετά από τόσο καιρό;
Γιατί τα τελευταία χρόνια ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος βλέπει τηλεόραση στη Βρετανία έχει αλλάξει πάρα πολύ. Είναι πλέον πολλοί εκείνοι που παρακολουθούν σειρές, κυρίως αμερικάνικες, και μάλιστα δεν τις βλέπουν επεισόδιο-επεισόδιο, όπως παλιά. Κι έτσι, από κεί που οι βρετανικές σειρές ήταν μικρές σε διάρκεια και το Νησί τους φαινόταν μεγάλο, τώρα τα κανάλια είναι διατεθειμένα να αγοράσουν και σειρές με περισσότερα επεισόδια, γιατί ο κόσμος τα βλέπει μαζεμένα.
Εσένα πώς έχει αλλάξει η σχέση σου με την Ελλάδα όλο αυτό το διάστημα;
Ήρθα πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1977 και το μόνο πράγμα που ήξερα ήταν η Ακρόπολη «αυτό το πράγμα πάνω στο βράχο». Τότε είχα την περιέργεια του τουρίστα και τώρα έχω σπίτι εδώ. Με έκαναν επίτιμη δημότη στον Άγιο Νικόλαο. Τυπικό ήταν, αλλά είχε τη δική του σημασία. Τώρα νιώθω ακόμα πιο συνδεδεμένη και αποδεκτή απ’ ότι πριν, περπατάω στο δρόμο και αισθάνομαι ότι δε μένω πια μόνο στην επιφάνεια των πραγμάτων, ότι οι άνθρωποι που συναντάω είναι όντως γείτονές μου.
Και πώς αποφάσισες να γράψεις για την Κύπρο;
Τα τελευταία χρόνια την είχα επισκεφθεί αρκετές φορές, για παρουσιάσεις των βιβλίων μου και την είχα πολύ στο μυαλό μου. Οι Κύπριοι έχουν ζήσει και ζουν ακόμα σε μια ατμόσφαιρα δραματικής έντασης. Πάρε για παράδειγμα τη Λευκωσία: ο κόσμος ζει πάνω ακριβώς στη διχοτόμηση, στην κόψη του ξυραφιού, σε μια κατάσταση μεγάλης επιθετικότητας. Παντού στρατιώτες και συρματόπλεγμα. Το μέρος είναι μοναδικό και με τον καιρό το έχω αγαπήσει πολύ. Αν είσαι συγγραφέας, δε, αποτελεί καταπληκτική αφετηρία για ιστορίες. Και βέβαια ήταν πολύ ενδιαφέρον για μένα το γεγονός ότι οι Βρετανοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην περιοχή –μπορεί η συγκεκριμένη περίοδος να μην περιλαμβάνεται στην αφήγηση του βιβλίου, αλλά ήταν καθοριστική για τη συνέχεια.
Θα έγραφες ένα ιστορικό μυθιστόρημα με φόντο τη Βρετανία;
Δε μου έχει τύχει ως τώρα να εμπνευστώ από κάποιο ιστορικό πλαίσιο στη Βρετανία, αλλά πάλι, ποτέ μη λες ποτέ.
Πώς ξεκίνησες να γράφεις;
Είχα πάει για πρώτη φορά στη Σπιναλόγκα κι έγραφα ένα ταξιδιωτικό κομμάτι για την περιοχή, για την κυριακάτικη εφημερίδα με την οποία συνεργαζόμουν τότε. Και πόλυ γρήγορα κατάλαβα ότι ένα άρθρο δεν ήταν αρκετό, δεν μου άφηνε αρκετό χώρο για να πω αυτά που ήθελα. Έτσι αποφάσισα ότι έπρεπε να κάνω κάτι πιο μεγάλο. Ήμουν 42 ετών, δεν είχα γράψει ποτέ ως τότε τίποτα λογοτεχνικό και ντρεπόμουν να πω στους συγγραφείς φίλους μου ότι σκόπευα να ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα, γιατί φοβόμουν ότι θα ακουστεί φοβερά δήθεν.
Τι ρόλο έπαιξε, στη συγγραφική σου δουλειά, η δημοσιογραφική σου εμπειρία;
Με βοήθησε αρκετά, αλλά αυτό συνέβη μάλλον λόγω του είδους των μυθιστορημάτων που γράφω, τα οποία απαιτούν εκτενή έρευνα. Αν είσαι ευσυνείδητος ως δημοσιογράφος θέλεις, ακόμα και όταν γράφεις λογοτεχνία, να τηρείς τα ίδια υψηλά στάνταρντς.
Είσαι από τους συγγραφείς που γράφουν με ευκολία ή βασανίζεσαι;
Γράφω εύκολα. Προτιμώ να γράφω πολύ και αβίαστα και ύστερα να ξαναγυρνάω και να κάνω επιμέλεια, παρά να προσπαθώ και να ιδρώνω για να γράψω την τέλεια φράση με την πρώτη. Αλλά είναι σημαντικό για μένα να έχω μια σύνοψη από πριν, να ξέρω περίπου τι γίνεται στην ιστορία, πώς προχωράει και πώς τελειώνει. Αν δεν είχα αυτή τη δομή, θα μου ήταν πολύ δύσκολο.
Πώς κάνεις την έρευνα σου για κάθε ιστορικό μυθιστόρημα; Από πού ξεκινάς;
Ξεκινάω από την έρευνα και μετά φτιάχνω το στόρι: η Ιστορία είναι εκείνη που ορίζει, ουσιαστικά, τι θα συμβεί στους χαρακτήρες μου. Το Νήμα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ιεράρχησης. Για τις ανάγκες της έρευνας, διαβάζω πολύ: ιστορικά βιβλία, εφημερίδες, ανάλογα με την περίοδο που μελετάω. Πηγαίνω στα μέρη όπου ζουν οι ήρωές μου –αφομοιώνεις πολλά πράγματα έτσι- βλέπω ταινίες, μιλάω με ανθρώπους. Συνήθως δεν κρατάω σημειώσεις από αυτά που μου λένε, γιατί δε χρησιμοποιώ πραγματικές ιστορίες πραγματικών ανθρώπων, το αποφεύγω. Επίσης ακούω συζητήσεις τρίτων ανθρώπων μεταξύ τους -είναι πολύ σημαντικό να ακούς τι πιστεύουν και τι νιώθουν για τα όσα συνέβησαν κάποτε. Όταν έγραφα το Νησί, δεν είχα αυτή την ευκαιρία, γιατί δεν ήξερα καθόλου ελληνικά, κι έτσι περιορίστηκα στην ιστορική έρευνα και τις ιατρικές πληροφορίες και δε μίλησα με κόσμο.
Έκανε διαφορά αυτό, πιστεύεις;
Ναι, φυσικά. Στην ιστορία της Αμμοχώστου, οι συνομιλίες με τους ανθρώπους ήταν πολύ σημαντικές, γιατί η πόλη αυτή είχε μια πολύ έντονη συναισθηματική διάσταση στην ιστορία της. Η ζωή εκεί έμοιαζε παραδεισένια, το μέρος ήταν εκπληκτικό, η κουλτούρα, η μουσική, οι παρελάσεις, τα σχολεία, όλα. Ήταν ένα ευλογημένο μέρος, με τεράστια εισροή τουριστών. Και όταν η ζωή αυτή διακόπηκε βίαια, οι αναμνήσεις τους δεν ήταν αναμνήσεις από καμένα σπίτια και καταστροφές. Ήταν αναμνήσεις από χαρούμενα σπιτικά. Οι άνθρωποι αυτοί περίμεναν ότι σύντομα θα γύριζαν πίσω. Και όταν σου διηγούνται την ιστορία τους δε θυμούνται μόνο τα δραματικά πράγματα, θυμούνται και τα υπέροχα. Αυτά δε θα μπορούσα να τα έχω επινοήσει με τη φαντασία μου, θα φαίνονταν ψεύτικα.
Πως διαχειρίζεσαι την ανασφάλεια της ιστορικής ανακρίβειας; Πόσο σημαντική είναι τελικά η ιστορική ακρίβεια έναντι της αφήγησης;
Οι ιστορικές ημερομηνίες, ναι, είναι σημαντικές, δεν μπορείς να τις μετακινήσεις. Όσον αφορά όμως την ιστορική ερμηνεία, το κάθε βιβλίο λέει και κάτι διαφορετικό, ανάλογα με το ποιος το έχει γράψει. Κι αυτό δεν είναι ιστορική ανακρίβεια. Τα βιβλία σύγχρονης ελληνικής ιστορίας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: κάθε πλευρά παρουσιάζει τα πράγματα διαφορετικά –και συνήθως οι πλευρές είναι πάνω από δύο. Μια αναγνώστρια, πριν λίγο καιρό, μου επιτέθηκε, έξαλλη, κατηγορώντας με ότι στην Ανατολή παρουσιάζω τον Γρίβα ως επικεφαλής ενός βίαιου και όχι ενός ειρηνικού κινήματος. Όμως για έναν ήρωα του οποίου ο συγγενής δολοφονήθηκε από τον Γρίβα, το κίνημα αυτό δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως ειρηνικό.
Ποιος είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος που έχεις βρει για να βυθίζεσαι πραγματικά στην εποχή που μελετάς;
Η μουσική. Στο Νήμα, για παραδειγμα, η μουσική έπαιξε τεράστιο ρόλο. Ίσως να συμβαίνει αυτό επειδή γράφω για την Ελλάδα, και στην Ελλάδα πάντα η μουσική παίζει σημαντικό ρόλο, πάντα έχει να κάνει με το πώς εκφράζονται οι άνθρωποι. Όσο το έγραφα, άκουγα πολύ ρεμπέτικο, που μεταφέρει με πολύ δυνατό τρόπο αυτή την αίσθηση της απόγνωσης και της πάλης που έρχεται από τη Μικρά Ασία. Άκουγα ιδιαίτερα τα τραγούδια της Ρόζα Εσκενάζι. Στην Ανατολή άκουγα περισσότερο τη μουσική της εφηβείας μου, αυτή που θα άκουγαν οι τουρίστες της εποχής, κομμάτια που αποδίδουν την ατμόσφαιρα των ‘70s της πολυχρωμίας και της υπερβολής.
Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς;
Από στιλιστικής άποψης αλλά και από αρκετές άλλες απόψεις, θα έλεγα τον Ian McEwan. Δε με ξετρελαίνουν πάντα οι χαρακτήρες του –τις γυναίκες, ας πούμε, δεν τις πετυχαίνει πάντα. Καμιά φορά οι ηρωίδες του μοιάζουν με άντρες που κρατάνε γυναικεία τσαντάκια. Βέβαια, γράφει και πολύ, βγάζει ένα βιβλίο κάθε ενάμισι χρόνο, οπότε κατά μία έννοια του επιτρέπεται να μην είναι όλα όσα γράφει τέλεια. Από την άλλη, η Donna Tartt τα έχει όλα, στιλ, ιστορία, φιλοσοφικές ιδέες. Αν έπρεπε να κρατήσω ένα μόνο βιβλίο για την υπόλοιπη ζωή μου, αυτό θα ήταν η Καρδερίνα.
Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη τη συνέντευξη με η Βικτόρια εδώ.